ποταμίᾳ

ποταμίᾳ
ποταμίᾱͅ , ποτάμιος
of
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ποταμία — ποταμίᾱ , ποτάμιος of fem nom/voc/acc dual ποταμίᾱ , ποτάμιος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποταμιά — η περιοχή γύρω απ το ποτάμι, οι όχθες και η κοίτη του: Στην ποταμιά, στις λυγαριές σε φίλησα, μα δεν το λες (λαϊκός στίχος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ποταμιά — Όνομα 14 οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 170 μ.), στην πρώην επαρχία Αγιάς, του νομού Λαρίσης. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (33 τ. χλμ.). 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 400 μ.), του νομού Άρτας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek

  • ποτάμια — ποτάμιον neut nom/voc/acc pl ποτάμιος of neut nom/voc/acc pl ποτάμιος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άνω Ποταμιά — Ονομασία πέντε οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 900 μ., 51 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ακράτας. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 180 μ., 160 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καρυστίας του νομού… …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Ποταμιά — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 740 μ., 38 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αιγιαλείας του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού, 75 χλμ. Α της πόλης της Πάτρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ακράτας. 2.… …   Dictionary of Greek

  • Μέση Ποταμιά — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 150 μ., 75 κάτ.) της Νάξου. Βρίσκεται στο μεσαίο τμήμα του νησιού, ΝΑ της πόλης της Νάξου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Νάξου του νομού Κυκλάδων …   Dictionary of Greek

  • Νέα Ποταμιά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 320 μ.) της Χίου …   Dictionary of Greek

  • ποτάμι' — ποτάμια , ποτάμιον neut nom/voc/acc pl ποτάμια , ποτάμιος of neut nom/voc/acc pl ποτάμια , ποτάμιος of neut nom/voc/acc pl ποτάμιε , ποτάμιος of masc voc sg ποτάμιε , ποτάμιος of masc/fem voc sg ποτάμιαι , ποτάμιος of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποταμίας — ποταμίᾱς , ποτάμιος of fem acc pl ποταμίᾱς , ποτάμιος of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”